τάραξη

τάραξη
[-ις (-εως)] η см. τάραγμα

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "τάραξη" в других словарях:

  • τάραξη — η / τάραξις, εως, ΝΜΑ [ταράσσω] σύγχυση, ψυχική ταραχή, αναστάτωση («ποιεῑν τινα δοκεῑ ζέσιν ἐν ἀρχῇ καὶ τάραξιν ὁ ἔρως», Πλούτ.) αρχ. 1. ιατρ. εντερική διαταραχή 2. (σχετικά με τα μάτια) θόλωση …   Dictionary of Greek

  • ταράξῃ — ταράξηι , τάραξις confusion fem dat sg (epic) ταράσσω stir aor subj mid 2nd sg ταράσσω stir aor subj act 3rd sg ταράσσω stir fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταράξηι — τάραξις confusion fem dat sg (epic) ταράξῃ , ταράσσω stir aor subj mid 2nd sg ταράξῃ , ταράσσω stir aor subj act 3rd sg ταράξῃ , ταράσσω stir fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τάραξις — άξεως, ἡ, ΜΑ βλ. τάραξη …   Dictionary of Greek

  • ταραξιάρικος — η, ο, Ν [τάραξη] ταραχοποιός, ταραξίας …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»